Appunti di poesia greca contemporanea #5: Dina Pajasi Katsouri

Appunti di poesia contemporanea
A cura e con la traduzione di Alexandra Zambà
Dina Pajasi Katsouri

Dina Pajasi Katsouri (Famagosta, Cipro, 1941-2021). Ha studiato ad Atene giornalismo e pubbliche relazioni. Ha collaborato con giornali e riviste letterarie; ha tenuto rubriche alla radio di Cipro; ha fondato case editrici e riviste. Affetta da una grave malattia dal 1975, ha continuato a dare un forte contributo in campo sociale sostenendo le lotte per la emancipazione femminile. Ha pubblicato dieci raccolte poetiche e un libro di racconti. Inoltre, ha tradotto in greco poeti palestinesi e africani. Ha ricevuto premi prestigiosi. I suoi libri sono stati tradotti in molte lingue.
Nelle poesie di Dina Pajasi Katsouri è evidente il trasporto sentimentale che distrugge ogni immagine spiacevole del presente per trasportarla in un passato sognato. Le sue poesie non si fermano al pianto della perdita delle persone care ma cantano anche i ricordi felici che scorrono inesauribili.

La panchina

Niente più
era uguale
a Meneù*
Le panchine  voltarono la schiena
al mare.
I pesci
si immolarono all’asciutto
Le buganville
rifiutano oramai di arrampicarsi.
Gli yacht e le altre imbarcazioni
restarono prive del timoniere.
L’alba non splende
e il tramonto
non getta i suoi veli.
Solamente per un caso curioso
il mare resta  completamente sereno
come se una mano affettuosa
lo accarezzasse.

Τίποτα πια
δεν ήταν το ίδιο
εκεί στο Μενεού.
Τα παγκάκια
γύρισαν την πλάτη
στη θάλασσα.
Τα ψάρια
αυτομόλησαν στη στεριά.
Οι βουκεμβίλιες
αρνούνται να αναρριχηθούν.
Τα κότερα και τα άλλα πλεούμενα
χωρίς τιμονιέρη.
Η ανατολή να μην ανατέλλει
και η δύση
να μη ρίχνει τα πέπλα της.
Μόνο κατά ένα περίεργο τρόπο
η θάλασσα
ήταν απόλυτη ήρεμη
λες και την είχε χαϊδέψει
ένα αγαπημένο χέρι.

* nome di località

 

I ricordi sono spietati
e dolorosi
non ti permettono di dubitare
di sfidare
di contrapporti.
I ricordi hanno innestato
in modo irreversibile
i sotterranei percorsi
della tua esistenza
soprattutto quelli che hanno a che fare
con il Meneù e la panchina
sono tesori preziosi
e dovrai tenerli cari
come le pupille dei tuoi occhi.

Οι αναμνήσεις είναι σκληρές
και επώδυνες
δε σου επιτρέπουν
να αμφιβάλλεις
να αμφισβητείς
να αντιστέκεσαι.
Οι αναμνήσεις
έχουν μπολιάσει αμετάκλητα
τις υπόγειες διαδρομές
της ύπαρξής σου.
Οι αναμνήσεις
ιδιαίτερα εκείνες
που έχουν να κάμουν
με το Μενεού και το παγκάκι
είναι πολύτιμοι θησαυροί
και θα πρέπει να τις διαφυλάξεις
ως κόρην οφθαλμού.

 

Sempre lì

Sarò sempre la Poesia.
Pronta a sparare oppure a recuperare
tragedie erotiche
distruzioni ecologiche
rivoluzioni sociali e
disastri etnici.
Sarò sempre la Poesia
e sarò sempre lì ad aspettarti.
Dentro la sfocatura e il vapore acqueo dell’inverno
Nell’indecenza e nell’arroganza dell’estate
Nei brividi e nella disobbedienza della primavera
Nella disperazione e nell’indignazione dell’autunno.

Πάντα Εκεί

Θα είμαι πάντα το Ποίημα.
Έτοιμο να πυροδοτήσει ή να προλάβει
ερωτικές τραγωδίες
οικολογικές καταστροφές
κοινωνικές επαναστάσεις και
εθνικές συμφορές.
Θα είμαι πάντα το Ποίημα
και θα είμαι πάντα εκεί να σε περιμένω.
Μέσα στη θολούρα και τους υδρατμούς του χειμώνα
Μέσα στην απρέπεια και την αναίδεια του καλοκαιριού
Μέσα στην ανατριχίλα και την ανυπακοή της άνοιξης
Μέσα στην απόγνωση και την αγανάκτηση του φθινοπώρου.

Πηγή: Παγιάση – Κατσούρη, Ν. (1996) Μ’ ακουουούς (σ. 10). Λευκωσία: Ωρίων.

 

Speranza

Ti dissi
la speranza muore
sempre per ultima
e tu mi dicesti
il punto è
che non dovrebbe morire mai.

Ελπίδα

Σου είπα
η ελπίδα πεθαίνει
πάντα τελευταία
και εσύ μου είπες
το θέμα είναι
να μην πεθαίνει ποτέ.

 

Le regole

Le regole del gioco
sono orizzontali
verticali e diagonali.
L’amore
è tutto questo messo insieme
ma forse, anche niente di tutto ciò.

Οι κανόνες

Οι κανόνες του παιχνιδιού
είναι οριζόντιοι,
κάθετοι και διαγώνιοι.
Ο έρωτας
είναι όλα τούτα μαζί.

Ίσως, όμως, και κανένα.

 

Per il lettore I

Cosa posso dirti.
Sento il brivido attraversarmi
quando mi ricordo quei verdi frutteti
con gli aranceti e i gialli riflessi,
sento circondarmi un’eccitazione
quando mi ricordo i colori dell’orizzonte
e quelle fluttuazioni del mare,
sento uno strano tremore
quando ricordo i profumi della terra
e quel colore bruno,
ancora umido tra le nostre mani,
sento rabbia
e una disperazione infinita
mentre rifletto
quanti e quanti poeti piansero in suo nome
quanti e quanti poeti si sono avventurati nel suo nome.
Ma soprattutto,
quanti e quanti poeti NON resisteranno al suo nome.
E il suo nome è: Famagosta.

Προς Αναγνώστη  I

Τι να σου πω.
Νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά
σαν θυμάμαι εκείνα τα πράσινα περιβόλια
με τις πορτοκαλιές και τις κίτρινες ανταύγειες,
νιώθω μια έξαψη να με κυκλώνει
σαν θυμάμαι τα χρώματα του ορίζοντα
και κείνες τις θαλασσινές διακυμάνσεις,
νιώθω ένα παράξενο τρεμούλιασμα
σαν θυμάμαι τις γήινες μυρουδιές
και κείνο το καφετί χώμα,
υγρό ακόμα στις παλάμες μας,
νιώθω θυμό
και απελπισία απέραντη
καθώς αναλογίζομαι
πόσοι και πόσοι ποιητές ασέλγησαν στο όνομά της
πόσοι και πόσοι ποιητές εκτονωθήκανε στο όνομά της.
Μα κυριότερα,
πόσοι και πόσοι ποιητές ΔΕΝ θ’ αντισταθούν στο όνομά της.
Και το όνομα αυτής: Αμμόχωστος.

 

E voltarono con disgusto il viso

E Venere
si è mostrata nuda
proprio mentre appariva
alla Pietra di Romiou*
e cominciò a vagare
per le strade di Nicosia semi-occupata.
A vagare tra i passanti
e loro a superarla
con indifferenza.
A percorrere la linea verde
e i soldati
con disgusto che giravano altrove il viso.
E lei a cercare
di attaccare bottone
con gli avventori dei caffè e altrove
a bere senza dire una parola
la loro bibita e il loro caffè.
Allora pensò di toccare il suo corpo.
Tutto stava al suo posto.
I fianchi erano attraenti come sempre i seni succosi come sempre
il fluido vaginale come mai prima d’ora.

E allora capì.
Venere
Non aveva proprio posto
nella semi-occupata Nicosia.

Και απέστρεψαν το πρόσωπό τους

Και η Αφροδίτη
πρόβαλε γυμνή
έτσι όπως την ξέβγαλε
η Πέτρα του Ρωμιού
και άρχισε να περιφέρεται
στους δρόμους της ημικατεχόμενης Λευκωσίας.
Να τριγυρίζει ανάμεσα στους περαστικούς
και αυτοί να την προσπερνούν
χωρίς να δίνουν καμιά σημασία.
Να καταφεύγει στην πράσινη γραμμή
και οι στρατιώτες
να αποστρέφουν το πρόσωπο.
Να προσπαθεί
να πιάσει κουβέντα
με τους θαμώνες των καφέ και των ορθάδικων
και αυτοί να πίνουν αμίλητοι
το αναψυχτικό και τον καφέ τους.
Θέλησε τότε
να ψηλαφήσει το κορμί της.
Όλες οι διαστάσεις στη θέση τους.
Οι γοφοί ελκυστικοί όπως πάντα τα στήθια ζουμερά όπως πάντα
το αιδοίο υγρό όσο ποτέ.

Και τότε κατάλαβε.
Μια Αφροδίτη
δεν είχε απολύτως καμιά θέση
στην ημικατεχόμενη Λευκωσία.

Πηγή: Παγιάση – Κατσούρη, Ν. (2006) Της Αφροδίτης και του Άδωνη: Ποιήματα (σελ. 15). Λευκωσία: ΑΝΕΥ

*Pietra di Romiou, il posto dove la leggenda narra che sia nata Venere

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo di WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...

Questo sito utilizza Akismet per ridurre lo spam. Scopri come vengono elaborati i dati derivati dai commenti.

%d blogger hanno fatto clic su Mi Piace per questo: